Ψ ψ


 

Ψάθα (η) [ουσ] = το φυτό τύφη που ευδοκιμεί σε βάλτους// πλέγμα από στελέχη αγρωστοειδών φυτών// ψάθινο καπέλο// φρ. Πέθανε - έμεινε στην ψάθα, πέθανε - έμεινε πάμφτωχος

Ψαρομάλλης (ο) [ουσ] = που έχει ψαρά μαλλιά, γκριζομάλλης

Ψαρός (ο) [επίθ] = γκριζομάλλης// (για ζώα) που έχουν γκρίζο τρίχωμα

Ψαύση (η) [ουσ] = ελαφρό άγγιγμα, ψηλάφηση

Ψαύω [ρ] = αγγίζω ελαφρά, ψηλαφώ με τις άκρες των δαχτύλων

Ψαχουλεύω (ρ) = αναζητώ , ερευνώ επίμονα // ψηλαφώ

Ψεγαδιάζω (ρ) = ψέγω, κατηγορώ

Ψέγω (ρ) = επικρίνω, κατηγορώ *Συνων. μέμφομαι

Ψευδολόγημα (το) [ουσ] = ψευδής λόγος, ψευτιά

Ψευδολογώ (ρ) = λέω ψέμματα, ψεύδομαι

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης