Δ δ


Δαγκανιάρης [επιθ] = που συνηθίζει να δαγκάνει: σκυλί δαγκανιάρικο// δηκτικός, πειραχτικός

Δαγκάνω (ρ) = πιάνω και σφίγγω με τα δόντια// πληγώνω με τα δόντια// (μτφ) θίγω με πειραχτικά λόγια

Δαημοσύνη (η) [ουσ] = γνώση, εμπειρία

Δαίμονας (ο) [ουσ] = πνεύμα του κακού * Συνών. Διάβολος,σατανάς// (μτφ) άνθρωπος έξυπνος αλλά κακόβουλος

Δαιμονικός [επίθ] = σατανικό, διαβολικός * Συνών. Εωσφορικός, μεφιστοφελικός// υερφυσικός, ασυνήθιστος: διαμονική μεγαλοφϊα

Δαιμονίως (επιρρ) = με δαιμόνιο τρόπο, ευφυέστατα, μεγαλοφυώς

Δακτυλοδεικτούμενος (ο) (η) [μτχ] ως επιθ= φημισμένος

Δαμάζω (ρ) = εξημερώνω, τιθασεύω // επιβάλλω πειθαρχία // κατανικώ

Δανδής (ο) [ουσ] = κομψευόμενος νεαρός, με προσποιητά αριστοκρατική συμπεριφορά

Δασκάλεμα (το) [ουσ] = διδασκαλία // συμβουλή, νουθεσία *Συνων. καθοδήγηση, ορμήνεμα

Δασύτριχος (ο) (η) [επιθ] = που έχει πυκνές και σκληρές τρίχες *Συνων. μαλλιαρός

Δαψίλεια (η) [ουσ] = αφθονία // γενναιοδωρία

Δαψιλής (ο) [επιθ] = άφθονος, πλουσιοπάροχος *Συνων. πλούσιος, αδρός, αφειδής, γενναιόδωρος, μεγαλόδωρος  

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης

 





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης