Ω ω


 

Ώθηση (η) [ουσ] Η πράξη του ωθώ, σπρώξιμο // (μτφ) παρακίνηση, παρότρυνση, προτροπή

Ωθώ [ρ] = σπρώχνω, σκουντώ // (μτφ) προωθώ, επισπεύδω

Ωκυποδία (η) [ουσ] = το να τρέχει κανείς γρήγορα / Συνών. Ταχυποδία

Ωκυτόκος [επίθ] = που γεννά γρήγορα, εύκολα, ευκολογέννητος

Ωμός [επίθ] = άβραστος, άψητος // για καρπούς > άγουρος, άψητος, αμέστωτος // (μτφ) άγριος, σκληρός, θηριώδης ~ Συνών. Σκαίος, βάναυσος * Αντίθ. Ήπιος, μαλακός, τρυφερός {Επίρρ. Ωμά ωμώς}

Ωμότητα (η) [ουσ] = (μτφ) η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ωμού, σκαιότητ, αγριάδα, τραχύτητα

Ωραιοπάθεια (η) [ουσ] = η λατρεία, το πάθος για το ωραίο στη ζωή και στην τέχνη

Ωραιότητα (η) [ουσ] = η ιδιότητα του ωραίου, κάλλος, ομορφιά *Αντιθ. ασχήμια

Ωρίμασμα (το) [ουσ] = η κατάσταση του ώριμου, ωρίμαση

Ωριμότητα (η) [ουσ] = το μέστωμα, το γίνωμα ενός καρπού // (μτφ) η ιδιότητα του ώριμου ανθρώπου

Ωρύομαι (ρ) = (για θηρία) βγάζω άγρια φωνή, ουρλιάζω // (για προσ.) κραυγάζω σαν άγριο θηρίο

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης