Σ σ


Σαγήνευση (η) [ουσ] = άσκηση γοητείας

Σαγηνευτής (ο) [ουσ] = που έχει δύναμη να σαγηνεύει

Σαγηνευτικός [επιθ] = ο ικανός να σαγηνεύει, γοητευτικός// δελεαστικός * Επιρρ. Σαγηνευτικά, σαγηνευτικώς

Σαγηνεύω (ρ) = μαγεύω, γοητεύω// δελεάζω

Σαγήνη (η) [ουσ] (μτφ) θέλγητρο, γοητεία// δέλεαρ

Σαθρός (ο) (η) [επιθ] = ετοιμόρροπος, σάπιος, ξεχαρβαλωμένος // (μτφ) ο χωρίς βάση: σαθρό επιχείρημα *Αντιθ. στερεός

Σαϊτεύω (ρ) = σημαδεύω και χτυπώ με σαϊτα // (μτφ) χτυπώ με τα βέλη του έρωτα

Σακουλεύομαι (ρ) (Αργκο) = αντιλαμβάνομαι επερχόμενο κίνδυνο

Σαλιάρισμα (το) [ουσ] = φλυαρία, μωρολογία // σαχλή ερωτοτροπία

Σαλτιμπάγκος (ο) [ουσ] = υπαίθριος ταχυδακτυλουργός ή ακροβάτης // (μτφ) άνθρωπος χωρίς αρχές, κατεργάρης

Σαματάς (ο) [ουσ] = θόρυβος, ταραχή, φασαρία *Συνων. νταβαντούρι, πατιρντί // συμπλοκή , καβγάς

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης