Κ κ


 

Καβαλαρία (η) [ουσ] = έφιππη πορεία// ιππικό

Καβαλιέρος (ο) [ουσ] = συνοδός κυρίας και ιδίως ο συγχορευτής

Καβαλικεύω (ρ) = ανεβαίνω σε άλογο ή άλλο υποζύγιο// κάθομαι ιππαστί// (αμτβ) ξέρω ιππασία// (μτφ) επιβάλλομαι

Καβαλιστικός [επίθ] = ο αναφερόμενος στον καβαλισμό// ακατανόητος, μυστηριώδης

Καβατζάρω (ρ) = παρακάμπτω ακτροτήριο// (μτφ) περνώ μια ορισμένη ηλικία: καβατζάρισε τα πενήντα

Καγχάζω (ρ) (κάγχασα) = γελώ δυνατά, χαχανίζω // γελώ σαρκαστικά ή περιφρονητικά, χλευάζω

Καγχασμός (ο) [ουσ] = θορυβώδες ή σαρκαστικό γέλιο

Καζάντια (τα) [ουσ] = κέρδη, πλούτη από εμπόριο ή άλλη επαγγελματική δραστηριότητα

Καζάντισμα (το) [ουσ] = πλουτισμός

Καζίκι (το) [ουσ] = πάσσαλος // δύσκολη, δυσάρεστη περίπτωση

Καζουϊστικός (ο) (η) [επιθ] = ο αναφερόμενος σε διάφορες περιπρώσεις της πρακτικής ζωής // (μτφ) υπερβολική σχολαστικότητα

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης