Ι ι


Ιαβέρειος [επίθ] = άτεγκτος, σκληρόκαρδος

Ιαίνω (ρ) = θεραπεύω, γιατρεύω

Ίαμα (το) [ουσ] = μέσο θεραπείας, φάρμακο, γιατρικό// η θεραπεία

Ιάσιμος [επίθ] = που μπορεί να γιατρευτεί * Συνών. Θεραπεύσιμος **Αντίθ. Ανίατος, αθεράπευτος

Ιαχή (η) [ουσ] = κραυγή, αλαλαγμός: ενθουσιώδεις ιαχές// βουητό, οχλοβοή: το τέλος του λόγου εκάλυψε η ιαχή του πλύθους

Ιδεάζω (ρ) (ιδεάστηκα) = βάζω υποψίασε κάποιον για κάτι // ιδεάζομαι = μου περνάει απο το νου, υποψιάζομαι, εικάζω

Ιδεατός (ο) (η) [επιθ] = που υπάρχει μόνο ως ιδέα, ιδεώδης, φανταστικός // *Επιρρ. ιδεατά // Αντιθ. υπαρκτός

Ιδεοληψία (η) [ουσ] = νοσηρή κατάσταση που εκδηλώνεται με την επίμονη εμφάνιση ιδεών ή αισθημάτων στην συνείδηση

Ιδεώδες (το) [ουσ] = το ιδανικό

Ιδεώδης (ο) (η) [επιθ] = ιδανικός, απαράμιλλος : ιδεώδης συνεργάτης *Επιρρ.ιδεωδώς

Ιδιαίτατος (ο) (η) [επιθ] = εντελώς ξεχωριστός

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης