Γ γ


Γαβάθα (η) [ουσ] = χωριάτικο πιάτο βαθύ, πήλινο ή ξύλινο

Γαβριάς (ο) [ουσ] = έξυπνο και έυθυμο αλητάκι

Γάδος (ο) [ουσ] = ο βακαλάος

Γαζία (η) [ουσ] = το δέντρο ακακία η φαρνεσιανή και το κίτρινο μηρωδάτο λουλούδι της

Γαιάνθρακας (ο) [ουσ] = ορυκτός άνθρακας, πετροκάρβουνο

Γαλήνεμα (το) , γαληνεμός (ο) [ουσ] = το αποτέλεσμα του γαληνεύω, καθησύχαση *Συνων. καλμάρισμα

Γαληνέυω (ρ) = καταπραϋνω, καθησυχάζω *Συνων. ηρεμώ, ησυχάζω, καλμάρω

Γαλίφης (ο) [επιθ] = κόλακας *Συνων. μαλαγάνας

Γαλιφιά (η) [ουσ] = κολακεία: πώς τα καταφερνει με τις γαλιφιές της *Συνων. μαλαγανιά

Γαλούχηση (η) [ουσ] = θηλασμός // (μτφ) ανατροφή

Γαλουχώ (ρ) = θηλάζω // (μτφ) ανατρέφω

Γαμπρίζω (ρ) = εμφανίζομαι ως επίδοξος γαμπρόςή εραστής

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης