Μ μ


Μαβής [επίθ] = βαθυγάλαζος, μενεξελής

Μαγάρα (η) [ουσ] = ακαθαρσία

Μαγαρίζω (ρ) = κοπρίζω,λερώνω// μολύνω, μιαίνω

Μαγγανεία (η) [ουσ] = μαγεία, γοητεία// (ειδ) απάτη με θεραπευτικά ή μαγικά φίλτρα

Μάγεμα (το) [ουσ] = η πράξη και το αποτέλεσμα του μαγεύω, μαγεία// γοητεία, αισθητική απόλαυση: μάγεμα η φύσις κι όνειρο (Δ.Σολωμός)

Μαγνητίζω (ρ) = μετατρέπω κάτι σε μαγνήτη // (μτφ) ασκώ γοητεία, έλκω σαν μαγνήτης

Μαγνητικός (ο) [ουσ] = που έχει τις ιδιότητες του μαγνήτη // ο σχετικός με τον μαγνητισμό //(μτφ) που ασκεί μυστηριώδης επιβολή

Μαδαρός (ο) (η) [επιθ] = (για τόπο) αποψιλωμένος, γυμνός // (για ανθώπους) φαλακρός

Μάδημα (το) και Μάδηση (η) [ουσ] = αφαίρεση τριχών, φτερών, φύλλων, ξεπουπούλιασμα, απογύμνωση // (μτφ) απόσπαση χρημάτων με δελεαστικό ή εκβιαστικό τρόπο

Μάζωξη (η) [ουσ] = συνάθροιση, συλλογή // (για προσ.) συγκέντρωση

Μαθέ και Μαθές (επιρρ) = βέβαια // δηλαδή όπως καταλαβαίνεις

Μαθός (ο) [ουσ] = αυτός που έμαθε κάτι από πείρα // φρ. ο παθός μαθός, όποιος έπαθε κάτι, έμαθα να φυλάγεται να μην το ξαναπάθει 

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης