Ν ν


Ναδίρ (το) [ουσ] = (κοσμογρ.) το σημείο όπου η κατακόρυφος που περνάει από τον παρατηρητή, συναντά προς τα κάτω τον ουράνιο θόλο// (μτφ) το κατώτερο σημείο *Αντίθ. Ζενίθ

Νάζι (το) [ουσ] = προσποίηση, φιλάρεσκος ακκισμός, κάμωμα * Συνών. Σκέρτσο

Ναζιάρης (ο) [επίθ] = φιλάρεσκος, που κάνει νάζια * Συνών. Σκερτσόζος

Ναϊφ (επιθ) = για αυτοδίδακτο ζωγράφο που δημιουργεί τα έργα του έξω από τα επίσημα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά πλαίσια// (για πρόσ.) φυσικός, απλοϊκός, αυθόρμητος

Νάμα (το) [ουσ] = πηγαίο νερό// το κρασί της Θείας Ευχαριστίας// (μτφ) ζωογόνος δύναμη π.χ. Τα νάματα της παιδείας

Ναοδομία (η) [ουσ] = η οικοδόμηση, η κατασκευή ναού // η αρχιτεκτονική των ναών

Νάρδος (ο) (η) [ουσ] = είδος πολυετούς αρωματικού φυτού

Ναρκαλιεία (η) [ουσ] = η επιχείρηση περισυλλογής και εξουδετέρωσης ναρκών

Ναρκισσεύομαι (ρ) = αυτοθαυμάζομαι, επιδείχνω αυταρέσκεια

Ναρκισσισμός (ο) [ουσ] = υπερβολική αυταρέσκεια, αυτοθαυμασμός // αυτοερωτισμός

Νατουραλισμός (ο) [ουσ] = λογοτεχνική και καλλιτεσνική σχολή, που θεωρεί την πιστή μίμηση της φύσης ως βασική αρετή τωςν έργων τέχνης

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης