Θ θ


Θαλασσομαχώ (ρ) = πολεμώ στη θάλασσα// παλεύω με τη θάλασσα, θαλασσοδέρνομαι

Θαλασσόχορτο (το) [ουσ] = ονομασία διαφόρων φυτών που φυτρώνουν στις παραλίες και ειδ. Η αρμυρίδα

Θαλάσσωμα (το) [ουσ] = (μτφ) αναστάτωση// αποτυχία

Θαλερός [επίθ] = που θάλλει, ανθηρός * Συνών. Ευθαλής// (μτφ) ακμαίος, ζωηρός: θαλερός πρεσβύτης

Θαλερότητα (η) [ουσ] = η ιδιότητα του θαλερού, ευεξία, ζωηρότητα

Θάλλω (ρ) = βλασταίνω, ανθίζω // (μτφ) είμαι ζωηρός, ακμαίος

Θάλπω (ρ) (έθαλψα) = μεταδίνω ευχάριστη θερμότητα, ζεσταίνω

Θέλγητρο (το) [ουσ] = το μέσον που θέλγει, τραβά, σαγηνεύει *Συνων. χάρη

Θέλγω (ρ) (έθελξα) = ασκώ γοητεία, μαγεύω *Συνων, τραβώ, ελκύω, σαγηνεύω *Αντιθ. απωθώ

Θελκτικός (ο) (η) [επιθ] = που θέλγει, γοητευτικός, θελκτικό χαμόγελο *Συνων. χαριτωμένος, σαγηνευτικός *Επιρρ. θελκτικά

Θελξικάρδιος (επιθ) = που θέλγει, που ευχαριστεί την καρδιά *Συνων. ευφραντικός, ευφρόσυνος

 

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης