Ο ο


Ογκανίζω (ρ) = γκαρίζω (για γάιδαρο)

Οδεύω (ρ) = βαδίζω, πορεύομαι

Οδηγητής (ο) [ουσ] = πρόσωπο που κατευθύνει, καθοδηγεί

Οδηγία (η) [ουσ] = η πράξη του οδηγώ, υπόδειξη της οδού// καθοδήγηγση// υπόδειξη, συμβουλή σχετική με τον τρόπο ενέργειας ή συμπεριφοράς

Οδύνη (η) [ουσ] = ψυχικός πόνος, θλίψη// (νομ) ψυχική οδύνη = ο ηθικός τραυματισμός που προκαλεί η ενέργεια άλλου

Οδυνηρός (ο) [επιθ] = που προκαλεί οδύνη, οδυνηρό πλήγμα *Συνων. λυπητερός, θλιβερός, αλγείνος

Οδυρμός (ο) [ουσ] = θρήνος, κλάμα με γόους *Συνων. ολολυγμός, ολοφυρμός

Όθεν (επιρρ) = απο που // άρα, επομένως

Οίδα (ρ) = γνωρίζω, ξέρω

Οιηματίας (ο) [ουσ] = αλαζόνας, καυχησιάρης *Συνων. υπερόπτης, επαρμένος

Οίηση (η) [ουσ] = αλαζονεία, καυχησία *Συνων. έπαρση, υπεροψία

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης