Ξ ξ


Ξάγναντα [επίρρ] = αντίκρυ, απέναντι

Ξαγνάντεμα (το) [ουσ] = η θέα απο ψηλά// το ξάγναντο

Ξαγόρεμα (το) [ουσ] = η εξομολόγηση

Ξαγορεύω (ρ) = εξομολογώ// συζυτώ προσπαθώντας να μαντέψω τη γνώμη, τις προθέσεις του άλλου// νουθετώ συμβουλεύω

Ξανάβω (ρ) = ανάβω και πάλι// ερεθίζω, φλογίζω// (μτφ) διεγείρω, εξάπτω// (αμτβ) φουντώνω, κορώνω

Ξανάνιωμα (το) [ουσ] = το να αισθάνετάι κάποιος και πάλι νέος, αναζωογόνηση

Ξανανιώνω (ρ) = γίνομαι ή αισθάνομαι και πάλι νέος, αναζωογονούμαι // φαίνομαι λαμπρότερος, δροσερότερος

Ξαντίμεμα (το) και Ξαντιμεμός (ο) [ουσ] = ανταπόδοση, αμοιβή

Ξαντιμεύω (ρ) = ανταμείβω, ξεπληρώνω // εκδικούμαι

Ξάργητα (η) [ουσ] = βραδύτητα, αργοπορία

Ξαστοχώ (ρ) = λησμονώ, ξεχνιέμαι // σφάλλω, κάνω λάθος

 

συνεχίζεται....

  

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης