Η η


Ήβη (η) [ουσ] = η ηλικία κατα την οποία ο άνθρωπος γίνεται ικανός για αναπαραγωγή * Συνών. Εφηβεία// η νεότητα

Ηβικός [επίθ] = που ανήκει ή αναφέρεται στην ήβη: ηβική χώρα (το εφήβαιο)

Ηγεμόνευση (η) [ουσ] = κυριαρχία, επικράτηση

Ηγεμονικότητα (η) [ουσ] = μεγαλοπρέπεια, μεγαλοδωρία

Ηγέτης (ο) [ουσ] = αρχηγός// καθοδηγητής

Ηδεώς (επιρρ) = με πολύ ευχαρίστηση

Ήδιστος (επιθ) = ο εξαιρετικά ευχάριστος *Επιρρ. ήδιστα

Ηδονιστικός (ο) (η) [επιθ] = που προκαλεί ηδονή // που αναφέρεται στον ηδονισμό _ ηδονιστική αντίληψη

Ηδύγλωσσος (ο) (η) [επιθ] = που μιλά γλυκά, ευπροσήγορος *Συνων.γλυκομίλητος

Ηδυπάθεια (η) [ ουσ] = φιληδονία

Ηθικότητα (η) [ουσ] = η ιδιότητα του ηθικού, χρηστότητα, τιμιότητα *Αντιθ. ανηθικότητα, φαυλότητα

 

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης