Ρ ρ


Ραβαϊσι (το) [ουσ] = ξεφάντωμα, γλέντι

Ραβασάκι (το) [ουσ] = ερωτική επιστολή

Ραγδαίος (επίθ) που εκδηλώνεται με σφοδρότητα και πλησμονή, ορμητικός: ραγδαία βροχή// (μτφ) ξαφνικός, ακάθεκτος: ραγδαίες εξελίξεις * Επίρρ. Ραγδαία, ραγδαίως

Ράγδην [επίρρ] = σφοδρά και ορμητικά, γρήγορα και απότομα, βίαια

Ραδιουργία (η) [ουσ] = ύπουλη και μυστική σκευωρία εναντιόν κάποιου, μηχανορραφία * Συνών. Δολοπλοκία, πλεκτάνη, ίντριγκα

Ραδιούργος (ο) [ επιθ] = δολοπλόκος, μηχανορράφος

Ραδιουργώ (ρ) = ενεργώ δόλια, μηχανορραφώ, οργανώνω σκευωρία

Ραθυμία (η) και Ραθυμιά [ουσ] = νωθρότητα, τεμπελιά *Αντιθ. ζήλος

Ραθυμώ (ρ) = είμαι ράθυμος, τεμπελιάζω *Συνων. οκνώ, αργώ,σχολάζω

Ρακένδυτος (ο) (η) [επιθ] = ο ντυμένος με ράκη, κουρελής

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης