Α α


Αβαθής [επιθ] = ο χωρίς βάθος// (μτφ) επιπόλαιος, επιφανειακός * Επίρρ. Αβαθώς

Άβαλτος [επίθ] = ο μη τοποθετημένος στην προορισμένη θέση// (για είδη ιματισμού) αφόρετος, αμεταχείριστος * Επίρρ. Άβαλτα

Αβανιά (η) [ουσ] = συκοφαντία * Συνων. Ρετσινιά// ζημιά, βλάβη

Αβανιάρης [επίθ] = συκοφάντης

Αβάντα (η) [ουσ] = όφελος// επιλήψιμο κέρδος// υποστήριξη

Αβανταδόρος (ο) [ουσ] = {θυλ. -ισσα} βοηθός σε χαρτοπαικτική ή άλλη ύποπτη επιχείρηση.

Αβαντάζ (το) [ουσ] = πλεονέκτημα, συμφέρον, όφελος // υπεροχή

Αβαντζάρω και -ντσάρω (αβαντζάρισα) = προκαταβάλλω // περισσεύω, πλεονάζω

Αβάσιμος (η) (ο) [επιθ] = ο χωρίς βάση, αστήρικτος *Συνων. αβέβαιος, αθεμελιώτος // Αντιθ. βάσιμος, θεμελιωμένος // Επιρ. αβάσιμα

Αβάσταχτος και -κτος και -γος (ο) (η) [επιθ] = ο πολύ βαρύς, που δεν μπορεί κανείς να τον βαστάξει // (μτφ) ανυπόφορος : αβάσταχτη μοναξιά // ακράτητος, ανυπόμονος *Επιρ. αβάσταχτα

Άβατος (ο) (η) [επιθ] = αδιάβατος, απάτητος *Αντιθ. βατός

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης