Λαβείν (το) [ουσ] = (σε εμπορικούς λογαριασμούς και λογιστικά βιβλία) πίστωση * Αντίθ. Δούναι (=χρέωση)// φρ. Δούναι λαβείν, συναλλαγή ** Συνών. Πάρε δώσε
Λαβράκι (το) [ουσ] = είδος ψαριού// (μτφ) εξαιρετική επιτυχία
Λάβρος (επίθ) = ορμητικός, βίαιος// Επίρρ. Λάβρως
Λαγάρα (η) [ουσ] = καθαρό, κατασταλαγμένο υγρό// (μτφ) πράγμα άριστης ποιότητας
Λαγαρίζω (ρ) = καθαρίζω υγρό απο ξένες ουσίες * Συνών. Φιλτράρω. Λαμπικάρω// (μτφ) καθαρίζω, ξαναβρίσκω τη διαύγεια// ξεκαθαρίζω λογαριασμό
Λαγγεύω (ρ) = πηδώ, σκιρτώ // (μτχ) λαγγεύομαι =χαυνώνομαι απο ερωτικό πόθο: λαγγεμένο βλέμμα *Συνων. λιγώνομαι
Λαγόκαρδος (ο) (η) [επιθ] = αυτός που έχει καρδιά λαγού, ο δειλός
Λαγούμι (το) [ουσ] = υπόνομος, οχετός
Λάθρα (επίρρ) = κρυφά
Λαθρόβιος (επιθ) = που ζει χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τους άλλους // (μτφ) ύποπτος: λαθρόβιο έντυπο
Λαθροχειρία (η) [ουσ] = επιτήδεια υπεξαίρεση, υποκλοπή
Λαϊκίζω (ρ) = μιμούμαι λαϊκά πρότυπα
Λαϊκισμός (ο) [ουσ] = επιφανειακή μίμηση λαϊκών προτύπων
Λαϊκιστής (ο) [ουσ] (θυλ. λαϊκίστρια) = ο επιφανειακά μιμούμενος λαϊκά πρότυπα
συνεχίζεται....
Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης