Υ υ


Υβρίζω [ρ] = βρίζω// (νομ) προσβάλλω την τιμή ή την αξιοπρέπεια κάποιου με λόγια ή πράξεις

Ύβρις (η) [ουσ] = η βρισιά// (νομ) λόγος ή πράξις που προσβάλλει την τιμή ή την αξιοπρέπεια κάποιου.

Υβριστής (ο) [ουσ] = πρόσωπο που βρίζει ή συνηθίζει να βρίζει

Υβριστικός [επιθ] = που αποτελεί βρισιά, προσβλητικός * Επίρρ. Υβριστικά, υβριστικώς

Υγιεινή (η) [ουσ] = κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη και εφαρμογή των μέσων για τη διατήρηση της υγείας του ανθρώπου// η φροντίδα για την υγεία ορισμένου μέρους του σώματος

Υδροφοβία (η) [ουσ] = παθολογικός φόβος για το νερό ή και για κάθε υγρό

Υδρόφοβος (ο) [επιθ] = που φοβάται, αποστρέφεται το νερό // ο άρρωστος απο υδροφοβία

Υλακή (η) [ουσ] = γάβγισμα, αλύχτημα

Υλακτώ (ρ) = γαβγίζω, αλυχτώ

Υλισμός (ο) [ουσ] = φιλοσοφικό σύστημα που θεωρεί την ύλη ως την πρώτηαρχή και τη μόνη ουσία των όντων και αρνιέται την ύπαρξη υπεραισθητών δυνάμεων (όπως ο Θεός, οι ιδέες, το πνεύμα)

Υλιστής (ο)  [ουσ] = οπαδός του υλισμού // αυτός που φραντίζει μόνο για τα υλικά συμφέροντα // που ενδιαφέρεται μόνο για τις υλικές απολαύσεις

Υπάγω (ρ) = κατατάσσω κάποιον ή κάτι σε κατηγορία ή υπο τη δικαιοδοσία κάποιου // (αμτβ) πηγαίνω, μεταβαίνω

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης