Ε ε


Εαρινός [επίθ] = ανοιξιάτικος

Έβγα (το) [ουσ] = η έξοδος// σημείο εξόδου// το τέλος εποχής: στο έβγα του χειμώνα

Εβδομηκοντούτης (ο) [ουσ] = ο ηλικίας 70 χρόνων

Εβένινος [επίθ] = κατασκευασμένος απο έβενο

Έβενος (ο) [ουσ] = είδος πολύτιμου ξύλου, μελανού και στιλπνού

 Εγγενής (ο) (η) [επιθ] = που ενυπάρχει απο τη γέννηση, έμφυτος *Αντιθ. επίκητος

Έγγιστα (επιρρ) = πάρα πολύ κοντά // φρ. ως έγγιστα = περίπου κατά προσέγγιση

Εγγύτητα (η) [ουσ] = πλησίασμα, γειτνίαση // συγγένεια

Εγερτήριος (επιθ) = ο ικανός να ξυπνήσει κοιμισμένους ή αδρανείς

Εγκαλλώπισμα (το) [ουσ] = καύχημα, τιμή *Συνων. αγλάισμα

Εγκαλώ (ρ) = καταγγέλλω

 

 

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης

 





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης