Τ τ


Ταίρι (το) [ουσ] = το ένα από τα δύο μέρη ζεύγους: πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι (Λ. Μαβίλης)// σύντροφος (σύζυγος, εραστής, φίλος, κτλ)

Ταιριάζω (ρ) = συνδέω δύο όμοια πράγματα σε ζεύγος, κάνω ταίρια// συνδυάζω// (απράσ) ταιριάζει, αρμόζει, πρέπει

Ταίριασμα (το) [ουσ] = συμφωνία, συνδυασμός ενός πράγματος με άλλο

Ταιριαστός (ο) [επιθ] = που ταιριάζει, που προσαρμόζεται// (μτφ) που ζει, που συνυπάρχει αρμονικά: ζευγάρι ταιριαστό

Ταλαίπωρος (ο) [επιθ] = δύστυχος, βασανισμένος

Τάλας (επιθ) = ταλαίπωρος, άθλιος *Συνων. δυστυχής, δύσμοιρος *Αντιθ. ευτυχής, καλότυχος

Ταμάχι (το) [ουσ] = απληστία, πλεονεξία

Ταμαχιάζω (ρ) = γίνομαι πλεονέκτης

Τανάπαλιν (επιρρ) = αντίστροφα

Τάξιμο (το) [ουσ] = υπόσχεση, τάμα

Ταπεινότητα (η) [ουσ] = η ιδιότητα του ταπεινού, μετριοφροσύνη *Συνων. σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη

Τάραγμα και Τάραμα (το) [ουσ] = ανατάραξη // ψυχική ταραχή

Ταραχοποιός (ο) [επιθ] = πρόσωπο που δημιουργεί ταραχές, ταραξίας

Ταρτουφισμός (ο) [ουσ] = υποκρισία, ψευτοευλάβεια *Συνων. φαριασαϊσμός

Ταρτούφος (ο) [ουσ] = υποκριτής *Συνων. φαρισαίος, ιησουίτης

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης