Ζ ζ


Ζαβάδα (η) [ουσ] = αδεξιότητα// πράξη ή λόγος ανόητος

Ζάβαλης κ. Ζαβαλής (ο) [ουσ] = ταλαίπωρος, δυστυχής * Συνών. Φουκαράς, καημένος

Ζαβλάκωμα (το) [ουσ] = ατονία, αποχαύνωση

Ζαβλακώνω (ρ) = προκαλώ ατονία, βαρυθυμία * Συνών. Αποχαυνώνω, αποβλακώνω

Ζαβολιά (η) [ουσ] = δόλια παράβαση των κανόνων του παιχνιδιού

Ζάλο (το) [ουσ] = βηματισμός // πήδημα

Ζαπτιές (ο) [ουσ] = αστυνομικός, χωροφύλακας

Ζαρίφης (ο) [ουσ] (θυλ. -ισσα) = λεπτός, κομψός, ευγενής

Ζαρίφικος (ο) (επιθ) = κομψός // το (ουδ.) ζαρίφικο ως [ουσ] = κομψοτέχνημα *Επιρρ. ζαρίφικα

Ζεβζεκιά (η) [ουσ] = ανοησία, ελαφρομυαλιά

Ζείδωρος (ο) (η) [επιθ] = ζωογονητικός

 

 

συνεχίζεται....

 

Πηγή: Μικρό Ελληνικό Λεξικό - Τεγόπουλος Φυτράκης





Επικοινωνία
Διεθνές Γραφείο Γνωριμιών & Γάμου
Αριστοτέλους 24, Τ.Κ. 54623, Θεσσαλονίκη
Τηλ/φαξ: 2310 2310 51, κιν. 6980 950 135

active³ 4.7 · © 2000 - 2013 IPS Ltd · Όροι χρήσης